Μία κατοικία στον Πλατύ Γιαλό Σίφνου, σε οικόπεδο επιφάνειας 338,72 τ.μ., ανακαινίστηκε την περίοδο 2018–2019, με στόχο την ενοποίηση και τον εκσυγχρονισμό της. Το υφιστάμενο κτίριο, κατασκευής 1985, αποτελούνταν από δύο ανεξάρτητες κατοικίες στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, συνολικής επιφάνειας 97,15 τ.μ., με επιπλέον αποθηκευτικούς και υπαίθριους χώρους.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στη δημιουργία μίας ενιαίας κατοικίας με ανεξάρτητο ξενώνα, μέσα από συνολικό επανασχεδιασμό της κάτοψης και των εσωτερικών χώρων, με έμφαση στη λειτουργική σαφήνεια και τη χωρική συνέχεια. Καθοριστικός παράγοντας υπήρξε ο φέρων οργανισμός από φέρουσα τοιχοποιία, που περιόριζε τις επεμβάσεις και απαιτούσε προσεκτική διαχείριση. Η σύνδεση των δύο επιπέδων επιτεύχθηκε με διάνοιξη ανοίγματος στην πλάκα και την τοποθέτηση εσωτερικής κλίμακας, συνοδευόμενη από ενισχύσεις στην τοιχοποιία και την οροφή για τη διασφάλιση της στατικής επάρκειας.
Σε επίπεδο εξωτερικών επεμβάσεων, καθαιρέθηκε ο πρόβολος των εξωστών του πρώτου ορόφου, επαναπροσδιορίζοντας τη γεωμετρία του κελύφους, ενώ αποξηλώθηκε και η υφιστάμενη εξωτερική κλίμακα. Η πέτρα Σίφνου χρησιμοποιήθηκε ως βασικό υλικό επένδυσης, εφαρμοζόμενη με την τεχνική της ξερολιθιάς σε επιλεγμένα στοιχεία, ενισχύοντας τη σύνδεση του κτιρίου με το τοπικό αρχιτεκτονικό ιδίωμα και τη συνολική υλικότητα της σύνθεσης.
Ο περιβάλλων χώρος οργανώνεται σε οικόπεδο με έντονη υψομετρική διαφορά και δύο εισόδους σε διαφορετικές στάθμες. Κεντρικό στοιχείο αποτελεί η πλευρική κλίμακα, που ενοποιεί τα επίπεδα μέσω εναλλαγής χτιστών σκαλοπατιών και ξύλινων πατημάτων. Γραμμική φύτευση συνοδεύει τη διαδρομή, ενώ ο υπόλοιπος χώρος διαμορφώνεται σε διακριτές ζώνες καθιστικού, φύτευσης και στάθμευσης, συγκροτώντας μια σαφή, λειτουργική και ισορροπημένη οργάνωση του υπαίθριου χώρου.